Πέντε ενεργά ή πιθανόν ενεργά ρήγματα που έχουν χαρτογραφηθεί στην ευρύτερη περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης προβληματίζουν τους επιστήμονες. Όπως είναι ήδη γνωστό, τα ενεργά ρήγματα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στον αντισεισμικό σχεδιασμό, ακόμη κι αν τα υπάρχοντα σεισμολογικά στοιχεία δείχνουν σαφώς χαμηλότερους δείκτες και συντελεστές -όπως στην περίπτωση της Κοζάνης και των Γρεβενών το 1995, της Αθήνας το 1999 αλλά και της Θεσσαλονίκης- και το διάστημα επαναδραστηριοποίησής τους είναι μεγαλύτερο από την αναμενόμενη ζωή των κατασκευών.

Η περιοχή της Θεσσαλονίκης, αν και έχει χαμηλή σεισμικότητα, ο σεισμικός κίνδυνος παραμένει μεγάλος. Το εστιακό βάθος των σεισμών της περιοχής είναι επιφανειακό και αυτό κάνει τους ισχυρούς επιφανειακούς σεισμούς πιο καταστροφικούς σε τοπικό επίπεδο.


Σύμφωνα με το νέο αντισεισμικό κανονισμό, η ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζεται ως ζώνη χαμηλής σεισμικότητας. Ωστόσο η ζώνη αυτή γειτνιάζει με ζώνη υψηλότερης σεισμικότητας, γνωστή και από τη βιβλιογραφία ως σερβομακεδονική γεωλογική ζώνη, που περιλαμβάνει επίκεντρα ισχυρών σεισμών τόσο ιστορικών όσο και σύγχρονων καταγεγραμμένων με σεισμολογικά όργανα.

Τα ενεργά και πιθανά ενεργά ρήγματα


Ρήγμα Ανθεμούντα
Βρίσκεται νότια και νοτιοανατολικά της πόλης της Θεσσαλονίκης (απέχει περίπου 14 χιλιόμετρα), έχει γενική διεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά και το συνολικό μήκος του είναι 32 χιλιόμετρα περίπου. Το ρήγμα εκτείνεται από τη θαλάσσια περιοχή βόρεια του Αγγελοχωρίου και διά μέσου των οικισμών Αγίας Τριάδας, Περαίας, Ν. Ρυσίου, Ταγαράδων, Αγ. Παρασκευής και Σουρωτής φτάνει μέχρι το χωριό Γαλαρινός, και χωρίζεται σε επιμέρους μικρότερα ρήγματα.


Μικρορήγματα Πυλαίας - Πανοράματος
Βρίσκονται ανατολικά της πόλης της Θεσσαλονίκης και δεν παρουσιάζουν σοβαρές ενδείξεις για ενεργό δράση.


Ρηξιγενείς ζώνες Μυγδονίας
Η λεκάνη της Μυγδονίας περιλαμβάνει τα κύρια ρήγματα των λιμνών Λαγκαδά και Βόλβης. Τα περιφερειακά ρήγματα τα οποία οριοθετούν τη λεκάνη θεωρούνται σεισμικά ενεργά ή πιθανά ενεργά. Από τη συγκεκριμένη περιοχή προήλθε ο μεγάλος σεισμός του 1978.


Ρήγμα Αγχιάλου - Ν. Μεσημβρίας
Βρίσκεται βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης της Θεσσαλονίκης (απέχει 17 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης).


Ρήγμα Στρατωνίου - Κόλπου Ιερισσού
Βρίσκεται ανατολικά της πόλης της Θεσσαλονίκης (απέχει περίπου 75 χιλιόμετρα) και το συνολικό μήκος του φτάνει τα 30 χιλιόμετρα. Το μήκος του στην ξηρά κυμαίνεται στα 10-15 χιλιόμετρα, ενώ επεκτείνεται και υποθαλάσσια σε μήκος 15-20 χιλιόμετρα.


Οι μεγάλοι σεισμοί της περιοχής και η περίοδος επανάληψής τους

Οι σεισμοί που προξένησαν βλάβες στην πόλη της Θεσσαλονίκης κατά τον 20ό αιώνα είναι η σεισμική ακολουθία του 1902 με κύριο σεισμό μεγέθους 6,6 Ρίχτερ στην Άσσηρο. Η σεισμική δράση που συνεχίστηκε στη Νότια Βουλγαρία το 1904 με έναν κύριο σεισμό στην Κρέσνα μεγέθους 7,3 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και έναν ισχυρό μετασεισμό μεγέθους 6,8 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ επηρέασε τη Θεσσαλονίκη. Με τη σεισμική ακολουθία της χερσονήσου του Άθω με τον κύριο σεισμό μεγέθους 7,5 το 1905 ολοκληρώθηκε η σεισμική έξαρση των αρχών του 20ού αιώνα στη σερβομακεδονική σεισμική ζώνη. Η δεύτερη περίοδος σεισμικών ακολουθιών άρχισε από τη Νότια Γιουγκοσλαβία με μεγαλύτερο το σεισμό στο Βαλάντοβο το 1931 και μέγεθος 6,6 Ρίχτερ και συνεχίστηκε με έναν κύριο σεισμό μεγέθους 7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ στην Ιερισσό το 1932 και άλλους μικρότερους σεισμούς στην περιοχή των λιμνών Λαγκαδά και Βόλβης. Η τρίτη χρονική περίοδος σεισμών ήταν εντοπισμένη στην περιοχή των λιμνών Λαγκαδά και Βόλβης με έναν κύριο σεισμό μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ στον Στίβο τον Ιούνιο του 1978. Η σερβομακεδονική ζώνη, σύμφωνα με επιστήμονες, εμφανίζεται ως η περισσότερο ενεργή ζώνη του βορειοελλαδικού χώρου.


Σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη σεισμικότητας της περιοχής της Θεσσαλονίκης, οι ισχυροί σεισμοί έχουν μέση περίοδο επανάληψης 163 χρόνια (για μεγέθη 6,2 Ρίχτερ) και 316 χρόνια για σεισμούς μεγέθους 7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.


Εδαφολογικές μελέτες και αντισεισμική προστασία

"Πρωτεύοντα ρόλο για την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης κατέχουν οι σεισμοί και ο κίνδυνος που προκύπτει από αυτούς. Οι επικίνδυνες γεωλογικές δομές, όπως είναι τα ρήγματα και τα χαλαρά εδάφη, δεν αποτελούν αποτρεπτικούς παράγοντες δόμησης. Απεναντίας, η ασφαλής δόμηση συντελείται εκεί όπου είναι καλά γνωστές οι γεωλογικές συνθήκες θεμελίωσης και οι πιθανότητες εκδήλωσης ενός ακραίου φυσικού φαινομένου", εκτιμά ο καθηγητής Γεωλογίας του ΑΠΘ Σπύρος Παυλίδης και συμπληρώνει ότι "απαιτούνται εξειδικευμένες γεωλογικές - εδαφολογικές μελέτες με βάση τις προδιαγραφές που προκύπτουν από τη διεθνή και ελληνική εμπειρία. Ο παράγων έδαφος παίζει σημαντικότατο λόγο στην αντισεισμική προστασία της κατασκευής, αλλά τις περισσότερες φορές είναι άγνωστος. Πρωταρχική σημασία στον καθορισμό της πιθανής σεισμικής διάρκειας σε μια περιοχή έχει η πρόβλεψη της επιρροής της εδαφικής απόκρισης στην ένταση και το φασματικό περιεχόμενο του σεισμικού κραδασμού".



http://www.makthes.gr

date Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

0 χωριατάκια to “Η σχέση του Εγκέλαδου με την Θεσσαλονίκη”

Leave a Reply:

AddThis

Bookmark and Share